υποδήλωση

υποδήλωση
η
υπόδειξη, νύξη, ένδειξη: Από τις επαναληπτικές εκλογές γίνεται υποδήλωση της πολιτικής μετατόπισης του λαού.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • υποδήλωση — η / ὑποδήλωσις, ώσεως, ΝΜΑ [ὑποδηλῶ / ώνω] νεοελλ. έμμεση δήλωση για κάτι, υπόδειξη, νύξη αρχ. υπαινιγμός («τὸν Πάριον Εὐηνόν, ὃς ὑποδήλωσίν τε πρῶτος εὗρε καὶ παρεπαίνους», Πλάτ.) …   Dictionary of Greek

  • ὑποδηλώσῃ — ὑποδηλώσηι , ὑποδήλωσις insinuation dat sg (epic) ὑποδηλόω show privately aor subj mid 2nd sg ὑποδηλόω show privately aor subj act 3rd sg ὑποδηλόω show privately fut ind mid 2nd sg ὑ̱ποδηλώσῃ , ὑποδηλόω show privately futperf ind mp 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ρωμιός — ο, θηλ. Ρωμιά, ΝΜ 1. ο Ρωμαίος, ο κάτοικος τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δηλ. τής Βυζαντινής και, ειδικότερα, ο ελληνόφωνος χριστιανός ορθόδοξος τού Βυζαντίου νεοελλ. 1. (ειδικότερα κατά την περίοδο τής τουρκοκρατίας) ο Έλληνας, ο… …   Dictionary of Greek

  • άρα — (ara). Κοινή ονομασία διαφόρων ψιττακομόρφων αναρριχητικών πουλιών, που ζουν στις τροπικές περιοχές της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Οι ά. ζουν μέσα στα δάση, όχι πολύ μακριά από τα ποτάμια, φτιάχνουν τις φωλιές τους μέσα σε κοιλότητες… …   Dictionary of Greek

  • εμφανισμός — ἐμφανισμός, ο (Α) 1. εκδήλωση, φανέρωση 2. καταγγελία, αποκάλυψη 3. ένδειξη, υποδήλωση 4. εξήγηση, ερμηνεία …   Dictionary of Greek

  • επισημασία — ἐπισημασία, ἡ (AM) [επισημαίνω] μσν. ξεχωριστή σημασία, σπουδαιότητα αρχ. 1. σημείο, ένδειξη ευαρέσκειας, έπαινος («τυχεῑν τινος ἐπισημασίας διά τὸ συμπεπολεμηκέναι», Πολ.) 2. στον πληθ. επευφημίες 3. (με κακή σημ.) σημάδι κατηγορίας… …   Dictionary of Greek

  • κρουστά — Μουσικά όργανα, των οποίων ο ήχος προκύπτει μέσω της κρούσης, δηλαδή ηχούν όταν τα χτυπήσει κάποιος κατά διάφορους τρόπους. Τα κ. αποτελούν την αρχαιότερη από όλες τις κατηγορίες μουσικών οργάνων. Από το απλό χτύπημα των χεριών ή των ποδιών μέχρι …   Dictionary of Greek

  • κρούστα — Μουσικά όργανα, των οποίων ο ήχος προκύπτει μέσω της κρούσης, δηλαδή ηχούν όταν τα χτυπήσει κάποιος κατά διάφορους τρόπους. Τα κ. αποτελούν την αρχαιότερη από όλες τις κατηγορίες μουσικών οργάνων. Από το απλό χτύπημα των χεριών ή των ποδιών μέχρι …   Dictionary of Greek

  • παρέμφαση — η / παρέμφασις, άσεως, ΝΑ [παρεμφαίνω] γραμμ. διασαφήνιση τής σημασίας μιας λέξης με το πρόσωπο, τον αριθμό και την έγκλιση νεοελλ. 1. παρουσίαση με έμμεσο τρόπο, υποδήλωση 2. παρουσίαση τού βαθύτερου, κρυφού νοήματος ενός πράγματος, υπόδειξη αρχ …   Dictionary of Greek

  • υπέμφασις — άσεως, ἡ, Α [ὑπεμφαίνω] υποδήλωση, υπαινιγμός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”